Στέβια (Stevia rebaudiana) ή μελόφυλλο (honey leaf), ή γλυκό βότανο ή γλυκό φύλλο της Παραγουάης. Είναι ένα πολυετές και ποώδες φυτό που ανήκει στην οικογένεια Asteraceae. Συγγενεύει με τη μαργαρίτα, το χαμομήλι, το χρυσάνθεμο, το εστραγκόν και το μαρούλι. Πήρε το όνομα της από τον Ισπανό επιστήμονα και βοτανολόγο Petrus Jacobs Stevus που την ανακάλυψε.

Τα φύλλα της περιέχουν τις γλυκαντικές ουσίες στεβιοσίδη και ρεμπαουδιοσίδη. Συστατικά που δίνουν στην στέβια την ιδιότητα να είναι 60 με 80 φορές πιο γλυκιά από την κανονική ζάχαρη, ενώ η τελική μορφή του προϊόντος, που προκύπτει με την μέθοδο της εκχύλισης, μπορεί να είναι μέχρι και 300 φορές πιο γλυκιά. Εν ολίγοις, ένα κουταλάκι του τσαγιού στέβιας είναι το ίδιο γλυκιά με ένα φλιτζάνι ζάχαρη.

Ιδιαίτερο γνώρισμα του φυτού, είναι η απουσία θερμιδογόνων συστατικών κάτι που σημαίνει πως η στέβια αποτελεί εναλλακτική επιλογή για άτομα που αποφεύγουν την ζάχαρη όπως, οι παχύσαρκοι οι διαβητικοί και αυτοί που θέλουν να χάσουν ή να διατηρήσουν το βάρος τους.

Η στέβια αποτελεί πλέον το πιο δημοφιλές γλυκαντικό-υποκατάστατο ζάχαρης και υπάρχει παντού. Μπορείτε να την προμηθευτείτε από σούπερ μάρκετ και καταστήματα βιολογικών προϊόντων με τη μορφή σκόνης ή υγρού. Επίσης, υπάρχει πληθώρα τροφίμων και ροφημάτων που την περιέχουν σαν βασικό συστατικό. Συγκεκριμένα τη βρίσκουμε σε αναψυκτικά, παγωμένο τσάι, γλυκά, μαρμελάδες και σοκολάτες.

Η στέβια στη διάρκεια των χρόνων

Πρωτοπόροι στην χρήση των φύλλων του φυτού υπήρξαν οι Γκουαράνι, μια φυλή της Παραγουάης. Ωστόσο η Νότια Αμερική, καθώς επίσης και μερικές ακόμη περιοχές  ξεκίνησαν την καλλιέργεια και τη συλλογή στέβιας, τους τελευταίους 2 αιώνες.

Στο ξεκίνημα του 1970 οι Ιάπωνες, αφού έκαναν τους απαραίτητους ελέγχους ασφαλείας, την εντάσσουν στην καθημερινή τους διατροφή. Γεγονός που φέρνει την Ιαπωνία στην πρώτη θέση χρήσης στέβιας, η οποία καταλαμβάνει το 40% της αγοράς στον κλάδο των γλυκαντικών ουσιών. Έπειτα χώρες όπως, η Αυστραλία, η Βραζιλία, η Ρωσία, το Μεξικό και η Τουρκία αφού εκτίμησαν θετικά την σύσταση της, άρχισαν να την εφαρμόζουν σαν βάση των γλυκαντικών.

Καλλιέργειες υπάρχουν και στην χώρα μας και συγκεκριμένα σε Μακεδονία και Θεσσαλία αλλά ακόμη βρίσκονται σε πειραματικό στάδιο.

Η καλλιέργεια του φυτού

Το αμμώδες, ελαφράς οξύτητας και μικρής γονιμότητας έδαφος είναι κατάλληλο για την ανάπτυξη της στέβιας. Το αρχικό της ύψος φτάνει τα 60 εκατοστά χωρίς όμως να έχει αντοχές στις ακραίες καιρικές συνθήκες. Παράγοντας που περιορίζει την καλλιέργεια της στις Βόρειες χώρες. Ωστόσο στην Ελλάδα, εάν ληφθούν μερικά μέτρα προστασίας μπορούμε να έχουμε ανάπτυξη του φυτού όλο το έτος. Ενώ το κλίμα της χώρας μας κρίνεται ιδανικό για την παραγωγή της, υπάρχει δυσκολία ως προς την εύρεση σπόρων.

Για την εμπορική αξιοποίηση της στέβιας υπάρχουν θερμοκήπια στα οποία καλλιεργείται η ρίζα του φυτού. Στους ανοιξιάτικους μήνες, όταν τα νέα φυτά θα έχουν ύψος 7 με 10 εκατοστά γίνεται μεταφύτευση σε αγροκτήματα. Όταν ανθοφορήσουν γίνεται συλλογή των φύλλων με τα χέρια και αφού αποξηρανθούν συσκευάζονται σε δέματα.

Πλεονεκτήματα γλυκαντικών με βάση τη στέβια

Καθόλου θερμίδες. Τέτοιου είδους γλυκαντικά αποτελούν σύμμαχο για όσους θέλουν να διατηρήσουν το σωματικό τους βάρος. Ενσωματώνοντας ουσίες με βασικό συστατικό την στέβια στο καθημερινό τους διαιτολόγιο, μπορούν να εξασφαλίσουν ικανοποιητικό γευστικό αποτέλεσμα χωρίς θερμίδες.

Κατάλληλη για διαβητικούς. Ιδανικά για διαβητικούς, αφού η κατανάλωση τους δεν μεταβάλλει τις τιμές σακχάρου και γλυκόζης του αίματος. Επίσης έχει διαπιστωθεί πως είναι επιτρεπτή σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2.

100% φυσικό προϊόν. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε σε συνδυασμό με ζάχαρη, είτε με άλλα γλυκαντικά μειώνοντας έτσι την λήψη περιττών θερμίδων.

Είναι ασφαλής. Η ασφάλεια του φυτού προκύπτει, όχι μόνο από επιστημονικές έρευνες, μελέτες και διεθνείς οργανισμούς αλλά και από την πολυετή χρήση της από χώρες όπως η Παραγουάη και η Ιαπωνία.

Επιδράσεις στην υγεία

Εκτός από τις γλυκαντικές ουσίες τα φύλλα της στέβιας αποτελούνται από ιχνοστοιχεία (μαγνήσιο, κάλιο, σελήνιο, ψευδάργυρο), βιταμίνες Β (νιασίνη), μεταλλικά στοιχεία και φυτοθρεπτικά όπως οι φυτικές στερόλες και χλωροφύλλη. Με τον συνδυασμό και την αλληλεπίδραση αυτών των στοιχείων είναι πολύ πιθανό να προκύπτουν ευεργετικές ιδιότητες  για τον ανθρώπινο οργανισμό, ωστόσο δεν υπάρχουν επίσημες έρευνες που να το επιβεβαιώνουν. Το μόνο σίγουρο είναι, πως η σύστασή της αποτρέπει τη τερηδόνα και την ανάπτυξη του μύκητα Candida Albicans.

Πως την χρησιμοποιώ

Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν γλυκαντικό σε κρύα ή ζεστά ροφήματα (τσάι καφέ),καθώς επίσης σαν υποκατάστατο ζάχαρης στην παρασκευή ποτών , τροφίμων ή γλυκών. Λόγω της έντονης γλυκύτητας της, καλό θα ήταν να διαλύεται σε νερό και έπειτα να ελέγχεται ξανά η γεύση της. Η καλλιέργεια σε γλάστρες είναι εφικτή, δίνοντας την δυνατότητα άμεσης χρήσης των φύλλων της, είτε φρέσκα, είτε αποξηραμένα.

Για εκατοντάδες χρόνια η στέβια έχει χρησιμοποιηθεί για την θεραπεία των εγκαυμάτων.

Ζάχαρη ή στέβια στο αδυνάτισμα;

H απλή ζάχαρη προέρχεται από ζαχαροκάλαμα ή από ζαχαρότευτλα. Για να αποκτήσει το λευκό χρώμα και την κρυσταλλική μορφή έχει υποστεί ειδική επεξεργασία. Τα σάκχαρα, η φρουκτόζη και η γλυκόζη είναι τα μόνα διατροφικά συστατικά από τα οποία αποτελείται η ζάχαρη και έχει 4 θερμίδες ανά γραμμάριο. Έχει την ιδιότητα να ανεβάζει άμεσα το σάκχαρο με συνέπεια να υπάρχουν μεταπτώσεις στην ενέργεια. Η λήψη μακροχρόνιας και υπερβολικής ποσότητας ζάχαρης οδηγεί σε παχυσαρκία  και διαβήτη τύπου 2. Συνεπώς, η ζάχαρη δεν συνιστάται στο αδυνάτισμα. Επίσης εντείνει την διαδικασία γήρανσης, την αθηροσκλήρωση αρτηριών και είναι υπεύθυνη για την ύπαρξη τερηδόνας στα δόντια.

Μελέτες και έρευνες

Κλινικές μελέτες στη στέβια τα τελευταία χρόνια:
Εξονυχιστικές κλινικές και βιολογικές μελέτες πάνω στη στέβια τα τελευταία χρόνια καταδεικνύουν πολλές πληροφορίες. Έτσι λοιπόν δεν υπάρχει φόβος τοξικότητας ή μεταλλαξιογόνου δράσης. Επίσης, υπάρχουν ερευνητικές μελέτες που επιβεβαιώνουν τη δράση της Στεβιοσίδης (συστατικό των φύλλων στέβιας) ως αντιυπερτασικό.

Ακόμα, τα εκχυλίσματα των φύλλων στέβιας παρουσιάζουν αντιμικροβιακές και αντιφλεγμονώδεις δράσεις ενώ υπάρχουν σημαντικές αναφορές και για τη χρήση Στέβιας στην αντιμετώπιση της δημιουργίας οδοντικής πλάκας.

Τέλος, μεταβολικές μελέτες με τους γλυκοζίτες της στεβιόλης έδειξαν ότι υπάρχει μια απορρόφηση από τον οργανισμό με σχεδόν μηδενική συσωρευτική δράση. Με λίγα λόγια η στεβιόλη απομακρύνεται δια της φυσικής οδού και δεν «μένει» στο σώμα.

Γενικές πληροφορίες και μυστικά

Όταν πρόκειται να αγοράσουμε προϊόντα με την γλυκαντική ουσία (στέβια), θα πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί όσον αφορά τη διατροφική ανάλυση που υπάρχει στην ετικέτα. Με αυτό το τρόπο διακρίνουμε εάν το προϊόν έχει λιγότερες θερμίδες, λιπαρά και σάκχαρα σε σχέση με αυτό που δεν περιέχει στέβια.

Πρέπει να γνωρίζουμε πως η προέλευση, η ποιότητα και η μορφή των συστατικών του φυτού σε κάθε προϊόν ενδέχεται να έχει διαφορετικό τρόπο κατανάλωσης.

Πολλές φορές για να αυξηθεί η διάρκειας ζωής ενός προϊόντος που περιέχει γλυκαντικά, έχει υποστεί επεξεργασία.  Κατά συνέπεια, το προϊόν ενδέχεται να περιλαμβάνει πρόσθετα όπως, αλκοόλη ζάχαρης και ενισχυτικά γεύσης.  Επίσης μερικά ακόμη συστατικά που έχουν εντοπιστεί είναι δεξτρόζη, ένα είδος γλυκόζης από άμυλο που παράγεται από ρύζι, καλαμπόκι ή σιτάρι.

Πιθανές παρενέργειες

Η στέβια μπορεί να προκαλέσει φούσκωμα, αέρια και πολλές φορές ναυτία. Υπάρχουν πολλές πιθανότητες ένα άτομο να παρουσιάσει αλλεργία στην κατανάλωση στέβιας. Επίσης, οι γλυκοζίτες στεβιόλης μπορούν να ερεθίσουν το στομάχι και το γαστοοισοφαγικό σωλήνα.

Για τις επιδράσεις στα νεφρά, στο καρδιαγγειακό και αναπαρωγικό σύστημα δεν υπάρχουν επίσημα αποτελέσματα ωστόσο οι έρευνες στα ζώα είναι αντικρουόμενες.

Καλό θα ήταν να αποφεύγεται η κατανάλωση από εγκυμονούσες και γυναίκες που θηλάζουν μιας και δεν υπάρχουν επίσημες μελέτες για τα αποτελέσματα της κατανάλωσης της. Η ουσία ρεμπαουντιοσίδη-Α έχει κρίθει ακατάλληλη για τα μωρά.

Τέλος, η στέβια έχει δράση σχετικά με τον τρόπο αποβολής του λιθίου από τον οργανισμό. Αυξάνει τα επίπεδα με συνέπεια να δημιουργεί παρενέργειες.